Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ

Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Έξαρχου, «Η Πρόκληση» (Ολυμπιακοί Αγώνες, Παρασκήνια ποδοσφαίρου, Απογείωση του μπάσκετ, Ξεχασμένη Αττική. Εξέδωσε απολογισμό για τη θητεία του στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού (2000-2004) το 2007. Εκδόσεις: ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ)

ΜΠΑΣΚΕΤ

Πολλές φορές περπατάω στο δρόμο και μετράω τα βήματά μου μιμούμενος τη διαδικασία ότι κάνω μπάσιμο προς το αντίπαλο καλάθι. Άλλες πάλι φορές σηκώνω τα χέρια και δίνω μια φανταστική ασίστ στον συνομιλητή μου, ξαφνιάζοντας τον. Αυτή την καθημερινή μου φαντασίωση προσπάθησα να την επαναφέρω στην ενεργό δράση, όταν συμμετείχα στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Παλαιμάχων Καλαθοσφαιριστών το 2002. Ένα άλμα στο παρελθόν, που αποδεικνύει ότι όλοι μέσα μας κρατάμε πάντα το παιδί, ενώ βέβαια μου απέδειξε πόσο τυχερός ήμουν που ασχολήθηκα με τον αθλητισμό και το μπάσκετ.

Μέχρι τα τριάντα μου χρόνια ήμουν «αρρωστημένος» παίκτης του μπάσκετ. Μια μέρα πριν από κάθε αγώνα τα γόνατά μου δενόντουσαν και έτρεμαν από τη νευρικότητα και το άγχος. Όταν όμως ο διαιτητής σφύριζε την έναρξη του παιχνιδιού, «λυνόμουνα» και «πέταγα» στο παρκέ. Εκείνη την εποχή, μάλιστα, η φαντασία και ο αυτοσχεδιασμός υπερίσχυαν του αυτοματισμού και των συστημάτων. Μετά πήρα το δίπλωμα του προπονητή και γνώρισα την περιπέτεια που εξελίσσεται στον πάγκο, αλλά και την πίκρα να αγωνιάς χωρίς να μπορείς να μπεις ο ίδιος μέσα στο παιχνίδι και να δώσεις τον εαυτό σου για την ανατροπή του αποτελέσματος. Α ν και η σοφία του παιχνιδιού στηρίζεται στις γνώσεις και την εμπειρία του προπονητή, το παν είναι να μπορείς να παίζεις. Το 1992 ήταν για μένα πλέον η εποχή του παράγοντα. Ίδρυσα ομάδα μπάσκετ στα Βριλήσσια, ανδρών και γυναικών, και παρέμεινα πρόεδρός της ως το 2005.

Το μπάσκετ είναι το άθλημα που με έκανε να θυμάμαι πως είμαστε καλύτεροι, ικανότεροι και δυναμικότεροι απ' ό,τι φανταζόμουν. Μου έδωσε φτερά, για να αντιμετωπίσω το μέλλον με δυναμισμό αλλά και ορθολογισμό. Μου έμαθε πως μόνο ο άνθρωπος που ενεργεί με σκοπό επιτυγχάνει. Μου δίδαξε να καλλιεργώ τον ενθουσιασμό μου και πως με τη συνεχή και σταθερή δουλειά μπορείς να κατορθώσεις τα πάντα. Μου έμαθε να συνεργάζομαι και κυρίως μου έμαθε ότι η όποια επιτυχία είναι προϊόν ομαδικής δουλειάς και πειθαρχίας μέσα από διαφορετικούς ρόλους.

ΤΟ ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΣΙΣΤ

5Μια χούφτα πιτσιρίκια με μια μπάλα στο χέρι να ζουν ανείπωτες χαρές και λύπες ήταν η σκηνή που με σημάδεψε. Η ταύτιση του αθλητή τη στιγμή της επιτυχίας με την ιαχή ενός μικρού πλήθους κόσμου, που τον επευφημεί, δημιουργεί συναισθήματα ανάτασης, ψυχικής ευφορίας, χωρίς σκέψη και ιδιοτέλεια. Δεκάχρονο παιδί ξόδεψα ατελείωτες ώρες με μια μπάλα στο χωμάτινο γήπεδο του Σκαγιοπούλειου ορφανοτροφείου στην Πάτρα, σουτάροντας στα σιδερένια, χωρίς δίχτυ, στεφάνια. Δεν υπήρχε κανένα δωμάτιο στο σπίτι χωρίς κάποια αυτοσχέδια μπασκέτα. Οι κάλτσες μου αποτελούσαν «είδος προς εξαφάνιση», αφού τις στρογγυλοποιούσα και τις σούταρα ανεξέλεγκτα σε όλο το σπίτι. Οι φίλοι μου από την Κυψέλη και το 150 Γυμνάσιο Αρένων γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν υπήρχε άθλημα με μπάλα που να μη με ενδιέφερε. Έπαιζα στην ομάδα ποδοσφαίρου του σχολείου, με «μετάλλιο» τα τέσσερα ράμματα στο κεφάλι από την αλάνα (σημερινό πάρκινγκ της τότε Σχολής Ευελπιδων, σημερινά δικαστήρια).

Ήμουν δοκιμασμένος θετικά στους πιτσιρικάδες του «Απόλλωνα» στη Ριζούπολη. Έπαιζα βόλεϊ, τένις, πινγκ πονγκ, σχεδόν πάντα με στοίχημα, γιατί υπήρχαν και τα μικροέξοδα. Είχα την τέλεια αίσθηση με την μπάλα. Την εύκολη αντίληψη της μπάλας Αν και το μπάσκετ αποτελεί μια από τις σημαντικές αγάπες της ζωής μου, το αντιμετώπισα ισότιμα με τα υπόλοιπα αθλήματα και διαχειρίστηκα τα θέματα του με λεπτότητα από τη θέση του Γ.Γ.Α. Σίγουρα κάποιες στιγμές χρησιμοποίησα τις ιδιαίτερες γνώσεις μου όταν χρειάστηκε, αφού γνώριζα πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις. Δυστυχώς για πολλούς γνώριζα και τις διαφορές μεταξύ ιδιοτελών και ανιδιοτελών παραγόντων του αθλήματος και αυτό μου άνοιξε την πόρτα για να μπω στην οικογένεια του αθλητισμού

Το μπάσκετ και ο αθλητισμός ήταν οι κύριοι παράγοντες που την ουσία με οδήγησαν να πάρω την απόφαση και να δεχτώ την τιμητική για μένα πρόταση του Πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη και του Ευάγγελου Βενιζέλου. Η επί δεκαετίες ερασιτεχνική μου ενασχόληση με ένα σπορ που από τεχνικής πλευράς αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα παιχνίδια με μπάλα αναγορεύτηκε σε ύψιστο καθήκον επίσης ενός απαιτητικού ρόλου σαν αυτόν του πλέι-μέικερ: το ρόλο του Γενικού Γραμματέα Αθλητισμού. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είχα κοντά μου ούτε κάποιον προπονητή που διψάει για νίκη, ούτε κάποιο συμπαίκτη να μου δώσει πάσα. Έπαιξα για τρία χρόνια και τρεις μήνες «μαν του μαν» με τον εαυτό μου.

Η επί δεκαετίες ερασιτεχνική μου ενασχόληση με ένα σπορ που από τεχνικής πλευράς αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα παιχνίδια με μπάλα αναγορεύτηκε σε ύψιστο καθήκον επίσης ενός απαιτητικού ρόλου σαν αυτόν του πλέι-μέικερ: το ρόλο του Γενικού Γραμματέα Αθλητισμού. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είχα κοντά μου ούτε κάποιον προπονητή που διψάει για νίκη, ούτε κάποιο συμπαίκτη να μου δώσει πάσα. Έπαιξα για τρία χρόνια και τρεις μήνες «μαν του μαν» με τον εαυτό μου.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΟΔΟ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΔΟ

«Τι θες να γίνεις, παιδί μου, όταν μεγαλώσεις;» ρωτούσαν οι γονείς και τα πιτσιρίκια απαντούσαν: «Μπασκετμπολίστας». Παιδιά που ανακάλυπταν ένα καινούργιο συναρπαστικό άθλημα, τοίχοι εφηβικών δωματίων ασφυκτικά καλυμμένοι από αφίσες του Παναγιώτη Γιαννάκη, του Νίκου Γκάλη, του Παναγιώτη Φασούλα και άλλων μυθικών ηρώων της επιτυχίας του 1987, που εξύψωσαν το μπάσκετ σε εθνικό μας άθλημα. Τις δεκαετίες του '50, '60 και '70, παίκτες όπως ο Φαίδων Ματθαίου, οι Σπανουδάκηδες, ο Γιώργος Κολοκυθάς, ο Γιώργος Αμερικάνος, ο Αλέκος Κοντοβουνίσιος (η αδυναμία μου), η χρυσή πεντάδα του Πανελληνίου, η ομάδα του Παναθηναϊκού με τα έξι πρωταθλήματα και άλλοι πρωτεργάτες έβαλαν τα πολύ γερά θεμέλια και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις γι' αυτό που ακολούθησε. Το μπάσκετ είναι μια επανάσταση που λατρεύτηκε από όλες τις ηλικίες και καθήλωσε χωρίς ανάσα εκατομμύρια Έλληνες στους δέκτες τους. Ήταν η επιτυχία της Εθνικής Ομάδας μπάσκετ το 1987, στη διάρκεια της διοργάνωσης του Ευρωμπάσκετ στην Αθήνα που σηματοδότησε την καταξίωση του αθλήματος στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα φανατικούς οπαδούς όλων των ηλικιών, ασφυκτικά γεμάτες κερκίδες, πρωτοσέλιδα σε εφημερίδες, μεταδόσεις όλων των αγώνων από την τηλεόραση, αλλά και μεταγραφές παικτών από την Ευρώπη και το ΝΒΑ.

Ήταν μια περίοδος έντονης δημοτικότητας σε όλα τα επίπεδα, που σημαδεύεται με συμβόλαια εκατοντάδων εκατομμυρίων που υπογράφονται από παίκτες και προπονητές. Μια Θεσσαλονίκη. που μεσουρανούσε με τον ’ρη και τον ΠΑΟΚ, είχε γεννήσει από τα σπλάχνα της ένα νέο αθλητικό ρεύμα ενδιαφέροντος που γιγαντώθηκε σε μανία έως που υπερκαταναλώθηκε και ξεθώριασε πρόσκαιρα

Σταδιακά το άθλημα μετατράπηκε σε αρένα και οι σύλλογοι που το αποτελούσαν επιδόθηκαν σε μια εξοντωτική αντιπαράθεση χωρίς διάθεση συζήτηση; ή συνδιαλλαγής. Χρησιμοποίησαν τους οργανωμένους συνδέσμους από το ποδόσφαιρο και τους μετέφεραν στα γήπεδα του μπάσκετ. Η κυριαρχία των οργανωμένων μέσα σε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου είναι πιο εύκολα ελεγχόμενη υπόθεση. Σε ένα γήπεδο μπάσκετ όμως, όπου είναι πανεύκολο να μετατραπεί σε αρένα, τα πράγματα γίνονται πιο δύσκολα και συνάμα επικίνδυνα. Αποτέλεσμα; Ο κόσμος απομακρύνθηκε από τα γήπεδα, ενώ άλλα αθλήματα όπως το ποδόσφαιρο, η άρση βαρών, ο στίβος κ.ά. κέρδισαν έδαφος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το μπάσκετ δεν είχε επεισόδια παλαιότερα. Η ιδιοσυγκρασία του Έλληνα, ο φανατισμός και το ταμπεραμέντο δημιουργούν επεισόδια που μετά από καιρό τα διηγείσαι ως ανέκδοτα. Ξεχνιέται το ξύλο που φάγαμε στο Καλλιμάρμαρο από οπαδούς της ομάδας της ΧΑΝ Νικαίας; Τότε ήταν ένας αγώνας μια κατηγορία. Ξεχνιέται η βάρκα που μας φυγάδεψε από τα βράχια της Πειραϊκή; στο γήπεδο του Φοίνικα; Ξεχνιέται ο Βασίλη; Κωνσταντίνου, μαινόμενος στο ανοικτό γήπεδο Αμαρουσίου, όταν η ομάδα του έχασε με έναν πόντο διαφορά;

Μπορείς να συγκρίνεις εκείνες τις δεκαετίες με εκείνες του '80, του '90 και του 2000; Όχι φυσικά. Οι «τελευταίες» παίζουν καθημερινά μπάσκετ μέσα στο σπίτι σου, 24 ώρες. Η δύναμη της τηλεόρασης επισκιάζει εκείνες τις πολύ μεγάλες μπασκετικές, σκληροτράχηλες αναμετρήσεις στα ανοιχτά γήπεδα. Όμως εγώ δεν έχω δει στην Ελλάδα να γεμίζει ένα γήπεδο ποδοσφαίρου με 80.000 κόσμο. Το είδα όμως τις δεκαετίες εκείνες στο Καλλιμάρμαρο πολλές φορές με πρωταγωνιστή το μπάσκετ.

Παρατηρήθηκε μια κρίση προσαρμογής των παραγόντων και των ιδιοκτητών του επαγγελματικού μπάσκετ στην πραγματικότητα. Συνήθισαν σε μεγάλες απολαβές από τον ανταγωνισμό των καναλιών, εκτόπισαν πολλούς παραδοσιακούς λάτρεις του, για να διαχειριστούν μια φουσκωμένη και εφήμερη πίτα και τώρα προσπαθούν με κάθε τρόπο να εξασφαλίσουν την εξεύρεση πηγών χρηματοδότησης για να αιτιολογήσουν την παρουσία τους στο χώρο.

Η ΕΘΝΙΚΗ ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ ΑΠΟΓΕΙΩΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ

15Το μπάσκετ, μετά το 1987 που βρέθηκε στην κορυφή της Ευρώπης, έψαχνε συνεχώς μια νέα δικαίωση. Η αγωνιστική προοπτική του ελληνικού μπάσκετ στο εξωτερικό είναι δυναμική. Ήδη το άθλημα από τους Ολυμπιακούς Αγώνες έδειχνε να έχει μπει σε περίοδο ανάκαμψης, σε μια νέα ανηφορική πορεία. Μια πορεία που σημαδεύτηκε από τη γρήγορη προσαρμογή και προσγείωση των ελληνικών ομάδων στο Ν. 3057/2002. Τη στροφή των Ελλήνων παικτών στις ομάδες μας, στα νέα γήπεδα που φτιάχτηκαν και φτιάχνονται και φυσικά στη θετική αντιμετώπιση των καναλιών για τη μετάδοση του αθλήματος. Όλα αυτά έφεραν σαν αποτέλεσμα τις επιτυχίες της Εθνικής μας στους Ολυμπιακούς Αγώνες, στο Πανευρωπαϊκό του Βελιγραδίου, αλλά και στο Παγκόσμιο πρωτάθλημα στην Ιαπωνία.

Το σίγουρο είναι ότι η Πολιτεία πολέμησε για τη γεμάτη εφόδια μελλοντική πορεία του μπάσκετ. Τα γήπεδα παραδόθηκαν και συνεχώς φτιάχνονται και άλλα. Οι ομάδες φάνηκε να προσαρμόζονται σιγά-σιγά στο Νόμο και όλα έδειχναν ότι θα πάμε σε μια νέα αίγλη και νέα κορύφωση του αθλήματος.

Παλαιότερα είχαμε δώσει μεγάλο βάρος για μετάλλιο στη Στοκχόλμη στο Ευρωμπάσκετ με προπονητή τον Γιάννη Ιωαννίδη. Μέτριες εμφανίσεις μας έφεραν στα προημιτελικά πέμπτους. Δεν ήταν άσχημα, αν σκεφτούμε τα προηγούμενα Ευρωμπάσκετ που είχαμε καταλήξει στη δέκατη έκτη και ένατη θέση. Η Εθνική μας, με προπονητή τον Παναγιώτη Γιαννάκη, μπορούσε να κατακτήσει στους Ολυμπιακούς Αγώνες, μια θέση στο βάθρο εντός έδρας. Χάνοντας όμως το κρίσιμο χιαστί ματς της οκτάδας από τη χρυσή ομάδα της Αργεντινής (2004), κατέληξε πέμπτη στους Ολυμπιακούς Αγώνες, θέση πολύ σημαντική, αν τη συγκρίνουμε με παλαιότερα αποτελέσματα. Θέση σημαντική, γιατί η Εθνική μας αγωνίστηκε απέναντι σε μεγαθήρια και έχασε με αξιοπρέπεια, αλλά έδειξε ότι βρίσκει έναν δικό της προπονητή με νέα φιλοσοφία. Υπήρχαν ομάδες χτισμένες και έτοιμες για την πρώτη θέση. Όπως η ομάδα της Αργεντινής, που κατέκτησε την πρώτη θέση στους Ολυμπιακούς, ή των ΗΠΑ, που ήταν στελεχωμένη από παίκτες του ΝΒΑ, ή της Ιταλίας, που με άριστη χημεία έκανε την έκπληξη.

Όμως το 2004 και οι Ολυμπιακοί Αγώνες πέρασαν στην ιστορία και η νέα πρόκληση της Εθνικής Ομάδας μπάσκετ του Παναγιώτη Γιαννάκη έφερε το όνομα «Βελιγράδι 2005».

Το ποδόσφαιρο ένα χρόνο νωρίτερα κατέκτησε την Ευρώπη εκτός έδρας στην Πορτογαλία. Το μπάσκετ είχε την πρωτιά το 1987 στη χώρα μας. Περιμένουμε να δούλε αν υπάρχει απάντηση.

Την απάντηση ανέλαβε να δώσει ο άνθρωπος που το 1987 σήκωσε το ευρωπαϊκό τρόπαιο στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας σαν αρχηγός της ομάδας μπάσκετ. Βήμα-βήμα, παιχνίδι-παιχνίδι, νίκη-νίκη, σκαλοπάτι-σκαλοπάτι και ήρθε η πρωτιά. Η ομάδα έχανε και είχαμε συνηθίσει να περιμένουμε πότε θα περάσει μπροστά. Η ομάδα έχανε επτά πόντους και ήθελε 35 δευτερόλεπτα. Προπονητής, παίκτες και φίλαθλοι περίμεναν τη νίκη. Ήταν μία άλλη Εθνική, ήταν ένα άλλο μπάσκετ, που σ' αυτό υποκλίθηκε η Ευρώπη. Και ενώ συνηθισμένοι σε τόσο μεγάλες επιτυχίες, που δύσκολα τις ξαναπετυχαίνεις, ή περιμένεις δεκαετίες για κάτι ανάλογο, ήρθε η Ιαπωνία να μας επιβεβαιώσει τη συνέχεια μιας ομάδας με τη δική της φιλοσοφία.

Οκτώ νίκες σερί. Ένα χαστούκι στους παίκτες του ΝΒΑ και μια χώρα ολόκληρη που μετατρέπει το μπάσκετ στην αποτίναξη ενός κόμπλεξ απέναντι στους υπερατλαντικού ς μας ΠΡΟΣΤ Α ΤΕΣ. Μου έκανε εντύπωση ότι το βράδυ της επιστροφής στο «Ελ. Βενιζέλος» ο κάθε φίλαθλος ήθελε να πει ένα ευχαριστώ στον Παναγιώτη Γιαννάκη και στα παιδιά. Δεν υπήρχε η λέξη «συγχαρητήρια», ή η λέξη «μπράβο». «Ευχαριστούμε γι' αυτό που κάνατε». Μεγάλη η διαφορά.

Η εθνική έδωσε μαθήματα, έγραψε ιστορία. Στον τελικό η Ισπανία βρέθηκε σε καλύτερη μέρα και πήρε το χρυσό μετάλλιο. Το αργυρό μετάλλιο της Εθνικής μας άξιζε και το γιορτάσαμε σαν δέκα χρυσά.

Ο Παναγιώτης αποτελεί για εμένα ένα μύθο του ελληνικού μπάσκετ. Θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου που συναντηθήκαμε, λόγω της θέσης που κατείχα στα αθλητικά δρώμενα, και ακόμα πιο τυχερό που γίναμε φίλοι. Τον θαύμαζα από τότε που ήταν παίκτης.

Παρακολούθησα την προπονητική του καριέρα βήμα-βήμα, εκτίμησα τις προπονητικές του ικανότητες, παρατηρούσα την τεχνική του είτε ως παίκτη είτε ως προπονητή, την οποία θεωρούσα εξαιρετική, μέχρι που οι δρόμοι μας συναντήθηκαν. Συνεργάστηκα μαζί του λόγω της προεδρίας που κατέχει στον Πανελλήνιο Σύλλογο Προπονητών Μπάσκετ και με αυτόν τον τρόπο καταφέραμε να ανταλλάξουμε απόψεις που μας «έδεσαν» κυριολεκτικά. Βασικό συστατικό της «χημείας» μας, η αγάπη που τρέφουμε για το μπάσκετ. Από τότε δεν έχασα ούτε βήμα από την πορεία του στην ομάδα του Αμαρουσίου, αλλά και στην Εθνική. Μάλιστα είχα προβλέψει, όπως και άλλοι ίσως, ότι ο Γιώργος Βασιλακόπουλος θα στηριχτεί πάνω του για την Εθνική Ομάδα των Ολυμπιακών Αγώνων, μετά τη βουλευτική «αποχώρηση» του Γιάννη Ιωαννίδη, από αυτήν. Καταλυτικό ρόλο επίσης έπαιξε ο Γιώργος Κολοκυθάς για την ανάληψη, από τον Παναγιώτη Γιαννάκη, της τεχνικής ηγεσίας της Εθνικής μας Ομάδας.

Ένα μπασκετικό φαινόμενο. Αυτό είναι ο Παναγιώτης Γιαννάκης. Ένα τεράστιο κεφάλαιο για το ελληνικό μπάσκετ. Έχει περάσει από όλα τα στάδια του αθλήματος και είναι βέβαιο πως έχει να δώσει ακόμα πολλά από τον εαυτό του για αυτό το άθλημα. Ξεκίνησε από μια γειτονιά της Νίκαιας και κατέκτησε όλων τον κόσμο. Έχει πίσω του μια εξαιρετική πορεία και απίστευτες αγωνιστικές εμφανίσεις. Στάθηκε βράχος στο μεγαθήριο της Γιουγκοσλαβίας και αποτέλεσε σημείο αναφοράς της επιτυχίας του ΄87. κατάφερε να αλλάξει την ισορροπία του ελληνικού μπάσκετ και έγινε ο πρώτος υπερασπιστής της αθλητικής περιφεριοποίησης, όταν πήρε μεταγραφή στον ’ρη και μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη. Μαζί με τον Νίκο Γκάλη κατάφεραν να αναδείξουν ηγέτιδα της μπασκετικής οικογένειας τη μακεδονική ομάδα για πολλά χρόνια.

Το ελληνικό μπάσκετ ου χρωστάει όμως και κάτι ακόμα. Ο Παναγιώτης παρέμεινε άνθρωπος του μπάσκετ όταν σταμάτησε να αγωνίζεται. Είχε τη ικανότητα να εξελιχθεί στον καλύτερο Έλληνα προπονητή (τρεις φορές μέχρι σήμερα ψηφίστηκε ως καλύτερος κόουτς της χρονιάς), ενώ είναι ο μοναδικός άνθρωπος που κέρδισε Πανευρωπαϊκό μπάσκετ και ως παίκτης και ως προπονητής. Είχε την έφεση, τη διάθεση και την επιμονή να ηγηθεί προπονητικά και, το πιο σημαντικό, με επιτυχία. Ακούραστος όπως είναι και με την αγάπη που τον διακατέχει για το άθλημα του μπάσκετ, ο Παναγιώτης Γιαννάκης δεν το άφησε ποτέ για μια πιθανή πολιτική καριέρα. Είμαι σε θέση να ξέρω ότι ήταν αρκετοί αυτοί που πολλές φορές τον πλησίασαν για να ανιχνεύσουν τις προθέσεις του για το αν επιθυμούσε να «κατέβει» στον πολιτικό στίβο και στις βουλευτικές εκλογές. Όμως ο Παναγιώτης Γιαννάκης είναι το μπάσκετ. Υπάρχει, ζει και αναπνέει για το μπάσκετ. Δεν σκέφτηκε ποτέ να το αφήσει για οτιδήποτε άλλο. Έχει πολλά να δώσει ακόμη και τα περιμένουμε.

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

24Μια βεβιασμένη προσπάθεια αντιγραφής του ΝΒΑ στον ελληνικό μπασκετικό χώρο είναι καταδικασμένη εκ των προτέρων. Η φιλοσοφία του διαχωρισμού της μαζικοποίησης του αθλήματος και της παραγωγής των παικτών, από το καθαρά επαγγελματικό μπάσκετ, συναντούσε ανυπέρβλητα προβλήματα, όπως ήταν η απουσία των απαραίτητων γηπέδων στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και κυρίως στην περιφέρεια. Αντίθετα η επιλογή ανά χώρα της Ευρώπης των ομάδων εκείνων που μπορούν να εγγυηθούν γηπεδικές εγκαταστάσεις, αλλά και ισχυρούς και με υγιή σκέψη επιχειρηματίες, καθώς και την απομάκρυνση των φαινόμενων βίας από τα γήπεδά τους, είναι εφικτή. Ο βίαιος διαχωρισμός εκείνη τη χρονική στιγμή του λεγόμενου επαγγελματικού μπάσκετ με τις υπερχρεωμένες επαγγελματικές ομάδες που προσπαθούσε να σώσει η Πολιτεία, καθώς και η απουσία γηπεδικών εγκαταστάσεων, θα οδηγούσαν, κατά την άποψή μου, σε μια τεράστια αποτυχία.

Όμως έπρεπε να θεσπίσουμε κανόνες που θα τους αποδέχονται όλοι, κανόνες περιφερειακής ανάπτυξης του αθλήματος, με τη συμμετοχή ομάδων από την επαρχία, και να διαμορφώσουμε ισχυρές μπασκετικές γεωγραφικές περιφέρειες, που θα παίζουν σημαντικό ρόλο για το άθλημα.

Οι αθλητικές υποδομές στο μπάσκετ φτιάχτηκαν με κρατικές επενδύσεις. Δυστυχώς, ακόμα και οι μεγάλες ομάδες, δεν κατάφεραν από μόνες τους να μπουν σε τροχιά και φιλοσοφία δικών τους γηπέδων. Το κράτος σηκώνει το βάρος μέχρι σήμερα. Ο ΠΑΟΚ με την Πυλαία έχει λύσει αυτό το πρόβλημα χωρίς να μπορεί να λύσει το θέμα των λειτουργικών εξόδων του. Η χρονική στιγμή που 15 ομάδες σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και επαρχία, θα έχουν τα δικά τους στολίδια του μπάσκετ είναι η απαρχή μιας νέας περιόδου για το ελληνικό μπάσκετ. Διαφαίνεται ότι τα μεγάλα έργα που δημιουργηθήκαν για τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, καθώς και οι αθλητικές υποδομές των μεγάλων ομάδων, κυρίως στο ποδόσφαιρο, θα ωφελήσουν και το μπάσκετ, αποκτώντας σταδιακά οι ομάδες δικά τους γήπεδα.

Φυσικά η απουσία επιχειρηματιών και παραγόντων, που να θέλουν να στηρίξουν το επαγγελματικό μπάσκετ χωρίς δεύτερη σκέψη, θα αποτελεί ζήτημα για πολύ καιρό ακόμα.

Υπάρχει βέβαια μια ιδέα που ασπάστηκα και υιοθέτησα και η οποία δίνει νέα προοπτική στο ζήτημα των υποδομών του μπάσκετ: η νέα γενιά κλειστών γυμναστηρίων μεταλλικής κατασκευής, που η υλοποίησή τους δεν ξεπερνά τα 150.000 ευρώ. Μια πρόταση που στέφτηκε με επιτυχία στον ’γιο Κοσμά, καθώς και σε άλλους νομούς και δήμους της χώρας. Πέρα από το ότι εξυπηρετούν μικρούς δήμους και κοινότητες, μπορούν να αποτελέσουν μια καταπληκτική λύση για τις γειτονιές των μεγάλων δήμων. Και αυτή θα είναι η καλύτερη πύκνωση σε κλειστά γυμναστήρια και η πιο οικονομική λύση που δεν θα είχε ανάγκη ούτε την κρατική επιχορήγηση. Το ερασιτεχνικό μπάσκετ, που αποτελεί τη βάση του επαγγελματικού μπάσκετ, θα αποκτήσει χώρους στέγασης. Αλλά και όλα τα άλλα ομαδικά αθλήματα, ο σχολικός αθλητισμός και τα προγράμματα Μαζικού Αθλητισμού, θα εξυπηρετηθούν.

Όπως για όλους τους αθλητές και τους παράγοντες, έτσι και για το μπάσκετ, ομολογώ πιο ξεκούραστα, είχα την πόρτα μου ανοιχτή ανά πάσα στιγμή. Με ξεκούραζε η ενασχόλησή μου με το μπάσκετ. Έτσι, για παράδειγμα, δεν έχασα την ευκαιρία, και σε μια διυπουργική συνάντηση στο Άρχους της Δανίας που συνέπεσε με τον αγώνα της Εθνικής μας στο ίδιο μέρος. Έζησα από κοντά τον Γιάννη Ιωαννίδη όλη τη νύχτα να μην μπορεί να χωνέψει τον έλεγχο ντόπινγκ κατά τη διάρκεια προπόνησης από τους ιπτάμενους γιατρούς του WADA.

Οργανώσαμε το πανευρωπαϊκό μπάσκετ παλαιμάχων σε διάφορα γήπεδα της Αττικής, μια πρωτοβουλία παλαιμάχων της Θεσσαλονίκης, και μάθαμε ότι και εδώ θα πρέπει να θεσμοθετηθούν τέτοια πρωταθλήματα σε εθνικό επίπεδο. Και φυσικά, σαν μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Προπονητών Μπάσκετ, φρόντισα όσο μπορούσα να ικανοποιήσω τα αιτήματα τους.

Μοιραστείτε...

FacebookGoogle Bookmarks
Pin It